O άχρηστος Δημήτρης

18.25€

Συγγραφέας: ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ
Έτος έκδοσης: 1998
ISBN: 960-04-1460-2

Το βιβλίο δεν είναι διαθέσιμο αυτή τη στιγμή

Διαβάστε την κριτική του Σπύρου Τσακνιά

Το Βήμα της Κυριακής, 10/5/1998

Πριν από έντεκα χρόνια, ο σχετικά νέος ακόμη τότε πεζογράφος Γιώργος Συμπάρδης, γεννημένος το 1945, μας είχε ξαφνιάσει με μια εκτεταμένη νουβέλα, το Μέντιουμ, που τράβηξε την προσοχή της κριτικής και απέσπασε την κατάφασή της για τη δεξιοτεχνία με την οποία ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας χειριζόταν ένα σύνθετο και δισυπόστατο υλικό και για τη διακριτικότητα με την οποία αντιμετώπιζε ένα ακανθώδες θέμα: τον αδιέξοδο έρωτα μιας άπραγης επαρχιωτοπούλας για έναν φοιτητή της ιατρικής, ο οποίος, για να την προφυλάξει, της απεκάλυψε πως ήταν ομοφυλόφιλος. Μολονότι το θέμα του ήταν πρόσφορο για εντυπωσιοθηρικές δραματοποιήσεις, ο συγγραφέας, με σπάνια ευαισθησία και ώριμη γραφή, είχε κατορθώσει μιαν εντελώς ανεμφατική εξιστόρηση περίπλοκων και μυστηριακών καταστάσεων, κερδίζοντας τον απαιτητικό αναγνώστη του χάρη στην έντεχνη αποδραματοποίηση των επεισοδίων που συγκροτούσαν τον μύθο του και στην ποιητική υποβολή των υπόγειων συγκινησιακών τους φορτίων.
Ακολούθησαν έντεκα χρόνια σιωπής. Ούτε βιβλίο εξέδωσε ούτε με άλλον τρόπο απασχόλησε τη δημοσιότητα. Πολλές φορές αναρωτήθηκα τι να είχε απογίνει ο προικισμένος πεζογράφος. Καθώς τα χρόνια περνούσαν ­ χρόνια καταιγιστικής συγγραφικής αδολεσχίας ­ φοβήθηκα πως θα έμενε ένας διάττων στα γράμματά μας, συγγραφέας του ενός βιβλίου. (Φόβος που ακόμη με συνέχει για τον Γιάννη Πατσώνη, έναν άλλο αξιόλογο πεζογράφο, που σιώπησε προώρως έπειτα από δύο άκρως αξιοπρόσεκτες εμφανίσεις). Ας είναι. Ο Γιώργος Συμπάρδης, με το μυθιστόρημά του Ο άχρηστος Δημήτρης διέψευσε τους φόβους μας με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ­ και τον πιο εντυπωσιακό.
Ο Αχρηστος Δημήτρης είναι από τα πιο γοητευτικά μυθιστορήματα που διάβασα τελευταία. Με την ευκαιρία αυτή, ας σημειώσω παρεκβατικά ότι η πληθώρα πεζογραφικών έργων που εκδίδονται υπό το 1990 και μετά, τα περισσότερα των οποίων είναι μέτρια ή ασήμαντα, δημιουργεί μια παραπλανητική σαρωτική εικόνα, μέσα στην οποία παραβλέπονται καμιά φορά αξιόλογα έργα ή αμβλύνεται η διάθεση να τα εντοπίσουμε, να τα ξεχωρίσουμε από τον σωρό και να υπογραμμίσουμε τη σημασία τους για τη λογοτεχνία μας. Οι γενικόλογες παρατηρήσεις μας για την κατάσταση της πεζογραφίας μας δεν πρέπει να οδηγούν σε απεμπόληση του βασικού κριτικού μας χρέους, που είναι αυτή ακριβώς η δύσκολη και χρονοβόρα επιλογή, αυτό το κοσκίνισμα, από το οποίο ενδέχεται να αποκομίσουν κάποιο όφελος και οι αναγνώστες μας, πελαγωμένοι τόσο από το πλήθος των βιβλίων όσο και από τις στεντόρειες φωνές των διαφημιστικών σειρήνων. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι αναγνώστες υποχρεούνται να προσυπογράφουν τις επιλογές μας. Εμείς όμως δικαιούμεθα να υποστηρίζουμε με πάθος τις υποδείξεις μας.
Βρίσκω λοιπόν τον Αχρηστο Δημήτρη ένα από τα πιο γοητευτικά μυθιστορήματα που διάβασα τελευταία. Και ομολογώ τη δυσχέρεια που αντιμετωπίζω στην προσπάθειά μου να το παρουσιάσω στον αναγνώστη αυτών των γραμμών. Το μυθιστόρημα του Συμπάρδη αντιστέκεται τόσο σε μια μορφολογική κατάταξη όσο και σε μια συνοπτική περιγραφή της υπόθεσής του. Το πλήθος των επεισοδίων και των προσώπων που απαρτίζουν την πρώτη ύλη του δεν οργανώνονται γύρω από κάποιο συγκροτημένο story και, πολύ περισσότερο, δεν υπάγονται σε μια αρχιτεκτονημένη πλοκή. Χωρίς, από την άλλη, να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι συντάσσονται με έναν μοντερνιστικό τρόπο ελεύθερου συνειρμού. Πρόσωπα, σκηνές και επεισόδια του ισχνού μύθου στρέφονται γύρω από έναν δεσπόζοντα άξονα, χαλαρά αρμολογημένα, δήθεν τυχαία, επιλεγμένα ωστόσο βάσει ενός αφανούς σχεδίου, που τείνει, μέσα από τη στήριξη του κεντρικού άξονα, στον διακριτικό φωτισμό των σχέσεων που συνάπτουν οι άνθρωποι της εποχής μας και στην ακόμη διακριτικότερη σκιαγράφηση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, του κρατούντος κοινωνικού, ψυχολογικού και πολιτισμικού κλίματος.
Η εποχή, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, είναι η δεκαετία του '70 και ως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του '80. Και ό,τι ονόμασα κεντρικό άξονα είναι η σχέση δύο ανδρών, του αφηγητή, ενός καλλιεργημένου δικηγόρου, με τον Δημήτρη, έναν λαϊκό νέο, που άλλοτε δουλεύει ως γκαρσόνι και άλλοτε ως ναυτικός, υπάλληλος γραφείου ταξιδίων, μπάρμαν, ηθοποιός και ένας θεός ξέρει τι άλλο. Η σχέση που συνάπτεται τελείως τυχαία, περνά μέσα από πολλές διακυμάνσεις, διακόπτεται όταν ο Δημήτρης φεύγει για την Αμερική, αναθερμαίνεται όταν οι δύο φίλοι ξανασυναντιούνται επίσης τυχαία ύστερα από λίγα χρόνια, κορυφώνεται με την απόφασή τους να συγκατοικήσουν και διαλύεται όταν ο Δημήτρης αποφασίζει να παντρευτεί τη Μαρία, μια γκαρσόνα που μένει έγκυος, όχι κατ' ανάγκην από τον Δημήτρη που έχει ομολογήσει τη σεξουαλική του ανικανότητα. Οι λόγοι της απόφασής του να παντρευτεί παραμένουν αδιευκρίνιστοι, όπως άλλωστε και τα αίτια της όλης του συμπεριφοράς. Ακόμη και η φιλία του με τον Γιώργο, τον αφηγητή, δεν ξεκαθαρίζει εντελώς. Πρόκειται για μια ομοφυλοφιλική σχέση; Δεν είναι απολύτως βέβαιο, αν και μια ερωτική αύρα σαφώς περιβάλλει τους δύο νέους άντρες και μια λεπτή ερωτική συγκίνηση φαίνεται να διαπερνά την ψυχή του αφηγητή. Υπάρχουν υπονοούμενα που θα στήριζαν μια τέτοια εκδοχή, υπαινιγμοί για σκηνές ζήλειας, όλα όμως διφορούμενα, αόριστα, δεκτικά και άλλης ερμηνείας. Υπάρχουν επίσης υπαινιγμοί για σχέσεις του Δημήτρη με γυναίκες, καταστάσεις που αφήνονται στο ημίφως, σχέσεις που μπορεί να είναι βασανιστικές ή επιδερμικές αλλά ο συγγραφέας είναι σταθερά αποφασισμένος όχι μόνο να μην αναλύει τα συναισθήματα των ηρώων του αλλά ούτε καν να αναφέρεται σε αυτά. Η αποθέωση τού «δεικνύειν» και η ολοσχερής απάλειψη του «λέγειν».
Ο Αχρηστος Δημήτρης είναι ένα μυθιστόρημα συντεθειμένο από ποικίλες ιστορίες, ιστορίες που δεν επιβάλλει η αναγκαιότητα της (ανύπαρκτης) πλοκής. Οι δύο φίλοι γυρίζουν εδώ και εκεί, συναντούν διάφορους ανθρώπους, ο αφηγητής μάς διηγείται την ιστορία τους και ύστερα τους εξαφανίζει. Εντελώς τυχαίες συναντήσεις ή με ισχνά προσχήματα, σε κάποιο μπαρ, σε ένα ύποπτο ξενοδοχείο στον Σκαραμαγκά, σε μια χαρτοπαικτική λέσχη στα Πατήσια, σε ένα σπίτι στον Πόρο, όπου ζει μια ελληνοαμερικανίδα ζωγράφος με τον άραβα εραστή της, σε ένα ναυτιλιακό γραφείο στον Πειραιά, όπου γίνονται απίστευτα κερδοφόρες κομπίνες. Συναντήσεις με πρόσωπα πιθανά και απίθανα, κυρίως λαϊκά αγόρια και κορίτσια, με παράξενες ασχολίες, στο όριο της νομιμότητας και της ανομίας, καλόκαρδα παιδιά έτοιμα να συμπαρασταθούν σε έναν φίλο και εξίσου έτοιμα να του σουφρώσουν χρήματα και να εξαφανιστούν.
Μέσα στις σελίδες του Αχρηστου Δημήτρη συναντούμε έναν μικρόκοσμο τόσο κοντινό και τόσο απόμακρο συνάμα. Ανθρώπους που μας φαίνονται οικείοι και ταυτόχρονα ανοίκειοι. Ο συγγραφέας έχει το χάρισμα να παραδοξοποιεί τα πιο καθημερινά συμβάντα, να τα τυλίγει σε ένα πέπλο μυστηρίου ­ όχι, ευτυχώς, για να εντυπωσιάσει αλλά για να υποβάλει άλλες σημασίες ή συγκινήσεις στις οποίες δεν θα γίνει καμία ρητή αναφορά. Από αυτή την απουσία σαφών περιγραμμάτων, από αυτή τη ρευστότητα προσώπων και καταστάσεων, προκύπτει η γοητεία της αφήγησης. Μιας αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, που ξετυλίγεται απλά και αβίαστα, που συγκρατεί την προσοχή του αναγνώστη ως την τελευταία σελίδα, που, το ξαναλέω, χωρίς να είναι συγκινημένη είναι συγκινησιογόνος.
Μίλησα πιο πάνω για πρόσωπα που εμφανίζονται τυχαία και εξίσου τυχαία εξαφανίζονται. Και ωστόσο, η τυχαιότητα αυτή, που σε άλλου τύπου μυθιστόρημα μπορεί και να ήταν καταστροφική, αν ήταν προϊόν συγγραφικής αδεξιότητας, στον Αχρηστο Δημήτρη, σαφώς ηθελημένη, τεχνηέντως και υπογείως σχεδιασμένη, μεταδίδει μιαν αίσθηση αναπότρεπτου· ως εάν το τυχαίο να είναι η μοίρα μας. Εξάλλου τα πρόσωπα που συναντούμε σε ένα ή δύο κεφάλαια και δεν θα συναντήσουμε ξανά μέσα στις περίπου 400 σελίδες του μυθιστορήματος, κατά περίεργο τρόπο, δεν φεύγουν από τη μνήμη μας, ακόμη και όταν έχουμε τελειώσει την ανάγνωση του βιβλίου, ακόμη και όταν το αναπολούμε ύστερα από μέρες. Ισως γιατί είναι αδρά ζωγραφισμένα, ίσως γιατί η θλίψη που αναδίνουν οι καθημερινές ιστορίες τους είναι τόσο διαβρωτική. Εν τέλει ο Αχρηστος Δημήτρης μπορεί να μην είναι συντεθειμένος από μικρές ιστορίες αλλά από μικρούς ή μεγάλους διαδοχικούς θανάτους.
ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ
ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-05-1998