ΕΝΩΤΙΑ

5.58€ 5.01€

Συγγραφέας: ΔΟΥΚΑΣ, ΣΤΡΑΤΗΣ
Έτος έκδοσης: 1976
ΣΕΛ.: 60
Σχήμα: 17 Χ 24
Εικονογράφηση: Ασπρόμαυρη
Εικονογράφος: Κοντόπουλος, Αλέκος
Βάρος: 275.00 γραμ.
Σκληρό εξώφυλλο

Το βιβλίο δεν είναι διαθέσιμο αυτή τη στιγμή

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Κλείνομαι μέσα για να φύγω σαν ξένος. 4 Νοεμβρίου, σταματώ και σημειώνω από τα πολλά που με βαραίνουν. Θυμάμαι τον πεθαμένο φίλο. Πήγα στο μνήμα του χρυσάνθεμα. «Να θυμάσαι πάντα το καροτσάκι που θα βγούμε στην έρημο»· ιστορία παιδιού· τα μάτια του αμυγδαλωτά, καθαρόασπρα. «Αγαπημένο μου μικρό, φωνάζει κοιτάζοντάς το ο ήλιος, να είσαι ευτυχισμένο». Αφήνω την Κα Καμβή διπλωμένη στην κουνιστή, με την εικόνα του μακαρίτη ανδρός της πάνω στην τουαλέτα της, γεμάτα φωτογραφίες και διάφορα ενθύμια τα συρτάρια. Κατεβαίνω τη μακρά λεωφόρο· σα να βράδιασε…

……………………………………………………………………………………………….

    Το λιμάνι με καπνούς, σκούρο γκρίζο και ωχρό· πλώρες καραβιών μαύρες, κόκκινες· γέφυρες δίπατες, τρίπατες, άσπρες· μικρά ρυμουλκά που σφυρίζουν, πηγαινοέρχονται· μπάσες φωνές καραβιών, που άναψαν τα φώτα, ακόμα μέρα· οι γερανοί ανεβοκατεβαίνουν στο δικό μας και στα διπλανά· άπλα η θάλασσα, ανοιχτή μπρούντζινη από ομίχλη γκρίζα, βαριά. Δεύτερο σφύριγμα βαποριού, ο καπετάνιος στη γέφυρα· σαλπάρουμε· βάζει μπρος, γυρίζοντας πλώρη συνεχώς καθώς βγήκε από το λιμάνι. Ανεβαίνουμε. Ο νους μου βάζει το μοναστήρι, το αιώνιο πρόβλημα της ψυχής μου· στην καμπίνα μου μένει ο καλόγερος αδέξια φυλακισμένος. Στην τραπεζαρία που τρώνε, το πνεύμα μου ερεθίζεται από το κίτρινο πανί της πόρτας· το απέναντι πράσινο· καναπέδες στενοί που δε βολούν· δε ξέρω τι θα επιθυμούσα· θα προτιμούσα κατάστρωμα. Θέλω να κοιμηθώ· στην καμπίνα μου πλαγιάζει ο καλόγερος. «Ο γερο-Καμπανάος, στη Λαύρα, δεν είναι 90 χρονώ, όπως λογάριαζα, μόνο 72, όσο και πριν 13 χρόνια, ένα παχουλό, χλωμό βρέφος»· κοιμούνται ως τις 4· ο καμαρώτος μου είπε πως είναι 4. Ακόμα είναι νύχτα· έξω έχει ψύχρα κι αγέρα. Περνούμε τα στενά της Εύβοιας· κοντεύουμε στη Χαλκίδα. Το βαπόρι σφυρίζει· πολλά φανάρια στη σειρά, στο βάθος ένα κόσμημα από φώτα. Οι στεριές ξεχωρίζουν με μια λουρίδα καφετί σκούρα, με τα βουνά μπλε μενεξελί, ξεθωριασμένα. Θέλω να δω τη Χαλκίδα του Σκαρίμπα – μια σειρά από φαναράκια. Ξανασφυρίζει. Δε βγαίνω· στη μικρή καμαρούλα μου χαίρομαι το στενό χώρο, που φωτίζεται άπλετα. Σκέφτομαι: Γιατί πρόπερσι έφυγα και τώρα έρχομαι; Σειρά από φώτα πλήθια. Είναι η πλάνητα ζωή μου ή ακόμα των παππούδων μου; Το κρεβάτι μου άσπρο. Απ’ ό,τι έχω, τι θα μπορούσα να πω για μια τουρκάλα; Μυρωδιά δυνατή καινούριου ρούχου με ζωηρά χρώματα, πρόσωπο που ανοίγεται, κορμί ντυμένο, τα δάχτυλα κινάδες στα νύχια, τα φρύδια μαύρα, πηχτά. Μέσα στο μισοΰπνι, ομιλίες από βαρκάρηδες. Α … οι φωνές της νύχτας πόνο που έχουνε· η νοσοκόμα περνά τους διαδρόμους και μπαίνει στο χειρουργείο· με το ένα μάτι κλειστό, βλέπω τον εαυτό μου γυμνό και πολύ αδύνατο… Το πρωί, ίσως λίγο περασμένα, συννεφοσκεπασιά· μια ψιλή άχνα, γκρίζα, βροχούλα. Ρωτώ για το βουνό, μια ραχοκοκαλιά κοφτή, πολύκορφη, με σπονδύλους· δίπλα ο χοντρός ζωέμπορος μου λέει: «Καντήλι»· το καντήλι της Εύβοιας. Κάτου η «Λίμνη»· ζερβά, στεριές από πολύ κοντά, χαμηλές, θαμνοσκέπαστες, πού και πού κόκκινα χρώματα ή ροζ, στην παραλία άσπρα· κοντινή αφήγηση. Το άλλο μύθος, μακρινό και μεγάλο, γκρίζο, μονόχρωμο από την απόσταση· άσπροι αφροί που χύνει η πλώρη. Θάλασσα πηχτή, τυφλή απ’ ορίζοντα. Στα πλευρά της μηχανής, προστατευμένα με μουσαμάδες, ο ναύκληρος καθαρίζει βαψίματα, μπρούντζους. Όρθιος πάνω στους πάγκους, μιλά για την κατάσταση· ατμόσφαιρα ζεστή απ’ τις μηχανές κι οσμηρή από τη λαϊκή ανάσα· κάθεσαι ακούς, μαθαίνεις· δεν πρόκειται, βέβαια, γι’ ακριβείς πληροφορίες. Γιατί δεν αντέχω μόνος; Αντέχω, μα είναι άλλο· κοντεύουμε πια στο Βόλο; Σήμερα κι αύριο· πώς κλώθουν μέσα μου τα πράγματα; Νόμος συνθέσεως το «διαλείπον» που επανέρχεται. Τα πράγματα δεν υπάρχουν· πρέπει να τα βγάλω από μέσα μου. Στο νου μου ήρθε ο Γενικός της Δημαρχίας· οι εξευτελισμοί τέλειωσαν ή αρχίζουν; Δεν καθαρίζω τίποτα. Οι γραμμές του βαποριού, οι καμπύλες, λίγο λοξές, καψίματα από σίδερο· ο καλόγερος έχει κάνει εγχείρηση στο πλευρό· ησυχάζει. Μόνος, ο Σκαρίμπας έμεινε πίσω στη Χαλκίδα· βορειότερα: «Βίβλος γενέσεως, γενεές δεκατέσσερες. Αναστήθηκαν, πέθαναν». Μαθητής από αύριο. Όνειρο… Με την ηλικία στομώνουν οι επιθυμίες. Όρος υποκρισίας. Στην καμπίνα μου μπαίνει ο χλωμός ήλιος μ’ αναμμένο το φως. Αμφιβάλλω. «Το μάγουλό σου τρυφερό, φυλαχτό χαραγμένο σε φλοίδι στρειδιού· τα ματάκια σου τρέξανε. Το πόδι αφορμισμένο από το στραβοπατημένο παπουτσάκι». Να μου φύγει το βάρος, καθαρίζω τη μύτη μου· πανικός. Μόνος, βλέπω το έργο, μεσ’ απ’ τον τάφο, που βλάστησε· χάρμα κι απόλαυση, από μέσα, νεύρο η δύναμη που υπάκουσε. Ρομαντισμός; Νύστα που κάθεσαι στα βλέφαρά μου, ακούω ετοιμασίες από άγκυρες. Στον αγέρα… Βροχή, χεράκια πλεγμένα στο λαιμό. «Πού φεύγεις; Ποιος θα με κοιτάζει;» Στα διαμερίσματα λουξ – να καταργηθεί η δεύτερη θέση. Χλωμό πράσινο με μπλε γκρι. Διαφορά του τόνου, από την απόσταση. Βουνοκορφές κοφτές, πάνω στην κορφή τη μεσαία το «Τρίκερι». Θάλασσα κρασάτη, ατσάλι μουντό. Πανάκι μακρινό, κόκκινο, στο κόντρα φως, που άνοιξε. Ανάμεσ’ από τα βουνά, τρίγωνο, από φως χάλκινο. Μου αποκαλύπτεται: Η καταστροφή της Μεσήνης – διακόσιες χιλιάδες νεκροί. «Αλήθεια» τρομερή με τα δυο σου κεφάλια· οι στρατιώτες λογχίζουν τη γύμνια σου. Ψάχνουνε: «πού ‘ν’ αυτοί που φορούν κόκκινου φες;» Ο νέος απηλογιέται· από το στόμα του δέχεσαι τα δυσάρεστα. Λογικός, στριμμένος, ελαφρός, ανόητος· συζήτηση: οι ωραίες, άσπρες κυρίες λάμπουν κάτω απ’ το ηλεκτρικό φως· οι καμπίνες ροζ, χάλκινοι δίσκοι με κρύσταλλο. Το πλοίο σκαμπανεβάζει· στα κρεβάτια η υπηρεσία κρέμασε κόκκινα κουτιά· πού πηγαίνω; Μεταφέρω μια σβησμένη φωτιά. Μητέρα μου που γέρασες, δικό μου οστεοφυλάκιο· δεν μπορώ, δεν αντέχω, εκείνο το «αιωνίως» στους νεκρούς…

……………………………………………………………………………………………….

    Ξυπνώ. Τα αισθήματά μου πρωινά, αισιόδοξα· η αγκαλιά της γης ανοιχτή. Πάγω κι απ’ τις δυο πλευρές του καραβιού να την περιλάβω. Καπνοί άσπροι και μαύροι ανεβαίνουν απ’ τα εργοστάσια· μαυρίζει η χαμηλή γης, που δε δείχνει κατεύθυνση. Η πρόσοψη της πολιτείας σαν κυψελόπιτα. Το μάτι ζητά το πίσω, ν’ αναπαυθεί. Δεξιά κι αριστερά λοφίσκοι. Η μακεδονική γη, πράσινη, μουσκεμένη.

ΔΟΥΚΑΣ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΔΟΥΚΑΣ, ΣΤΡΑΤΗΣ

Ο Στρατής Δούκας (1895-1983) γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας, όπου τελείωσε το σχολαρχείο. Πήγε γυμνάσιο στο Αιβαλί και εκεί γνωρίστηκε με τον Φώτη Κόντογλου. Το 1912, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγκατοίκησε με τον Φώτη Κόντογλου, αλλά διέκοψε τις σπουδές του με ...περισσότερα