Είναι στιγμές που με κάνουν να κοιτάζω πίσω και νοσταλγώ. Ένα ποτάμι που φιδοσέρνεται στον κάμπο με το λιγοστό νερό. Εκεί ροβολούν τα άλογα να ξεδιψάσουν. Πλατάνια με τζιτζίκια, χαλικαριές γεμάτες αγριορίγανη, ξερό κοκκινόχωμα ανάμεσα σε κοφτερές πέτρες, και κυρίως άνθρωποι που περιπλανιούνται στα διψασμένα βουνά, εκεί ψηλά που φυτρώνει ο αμάραντος. Πονεμένοι έρωτες, ερημωμένες εκκλησίες, παλιά νεκροταφεία, ζεστές νύχτες γεμάτες λαμπερά αστέρια και παραμύθια με εξωτικές αμαρτίες και χτυποκάρδια. Είναι ο πετροκότσυφας που κελαηδεί το δειλινό κρυμμένος στα πουρνάρια, ένα κλαρίνο που αιμορραγεί σταλιά σταλιά το μοιρολόι του. Είναι η γενέτειρα με μαύρα ρούχα και άσπρο μαντήλι, η αποστεωμένη γιαγιά με τα τραχιά χέρια και τη γλυκιά φωνή, τα ματωμένα συρματοπλέγματα. Είναι το λάλημα του κόκορα, η ζεστή λαχανόπιτα που μυρίζει μοσκοτρίφυλλο, τα τραγούδια των μεθυσμένων, το ροκοκάζανο και οι κληματαριές.
Και πώς μπορώ να σωπάσω;
Οι συμπέθεροι έρχονται να δουν τη νύφη το Σαββατόβραδο βασίλεμα του ηλιού, όπως συμφώνησαν. Άνθρωποι, ζωές και τύχες μαζί σ’ ένα τραπέζι, ξεκινούν μ’ ένα πολυφωνικό τραγούδι γεμάτο καημό. Κι ο έρωτας, κυνηγημένος, τριγυρνάει τη νύχτα μέσα στην αστροφεγγιά.
ΚΩΤΣΙΑΣ, ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ
Ο Τηλέμαχος Κώτσιας γεννήθηκε στα Βρυσερά της Δρόπολης, στον χώρο της Ελληνικής Μειονότητας της Αλβανίας, το 1951. Μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος ήρθε στην Αθήνα και εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως μεταφραστής στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ασχολείται με τη λογοτεχνία από το 1990.