Εγώ και ο Μαγγελάνος

15.21€

Συγγραφέας: ΕΥΘΥΜΙΑΔΗ, ΝΕΝΗ
Έτος έκδοσης: 2005
ISBN: 960-04-2724-0

Το βιβλίο δεν είναι διαθέσιμο αυτή τη στιγμή

(Μυθιστόρημα, σελ.: 319, Μαϊος 2005)
Γνωστός Αθηναίος δοκιμιογράφος, για να βελτιώσει τα οικονομικά του, δημοσιεύει ιστορίες τρόμου χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Μαγγελάνος. Ο φόβος μήπως αποκαλυφθεί τον αναγκάζει να καταφύγει στο Παρίσι. Τρία χρόνια αργότερα, στο ισόγειο της πολυκατοικίας όπου μένει, ανακαλύπτει μια πινακίδα με το όνομα του Μαγγελάνου γραμμένο στα ελληνικά. Ποιος την τοποθέτησε; Και για ποιο λόγο; Ξαφνικά τα πρόσωπα εμπλέκονται σε καταστάσεις παράδοξες, ο πρωταγωνιστής παρασύρεται σε περιπέτειες επικίνδυνες με ανεξέλεγκτη τροπή. Και ο Μαγγελάνος γίνεται η διακριτική υπόκρουση των σελίδων, ως ιστορική μορφή, ως φαντασίωση, ως σύμμαχος, ως εχθρός. Μα τίποτα δεν προδίδει ακόμη την απροσδόκητη κατάληξη. Ένα μυθιστόρημα δηκτικό για τον σύγχρονο άνθρωπο, τις ανάγκες, τις ουτοπίες και την προβληματική του, με τους θαλασσοπόρους του Μεσαίωνα να χαμογελούν από το βάθος σαρκαστικά, και τα νερά του Σηκουάνα να γίνονται ο μοιραίος καταλύτης.

ΕΥΘΥΜΙΑΔΗ, ΝΕΝΗ

Η Νένη Ευθυμιάδη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια εργάστηκε ως δικηγόρος στην Αθήνα. Από το 1973 ασχολείται συστηματικά με την πεζογραφία και μέχρι τώρα έχει εκδώσει δέκα μυθιστορήματα. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκδόσεις ομαδικού χαρακτήρα, με μικρότερης ...περισσότερα

Eνας δοκιμιογράφος δέχεται να γράψει μια ιστορία τρόμου για λογαριασμό ενός επιτυχημένου συγγραφέα του είδους, του Nτίνου Kάλχα, έναντι μιας δελεαστικής αμοιβής. H επιτυχία του βιβλίου και η πίεση της γυναίκας του, της Λίνας, τον παρασύρουν να γράψει και νέες ιστορίες που του εξασφαλίζουν οικονομική άνεση. Για να αποφευχθεί το όνειδος του συμβιβασμού επιλέγεται ένα ψευδώνυμο, Mαγγελάνος. Tο ζευγάρι μετακομίζει στο Παρίσι, αλλά η καινούργια τους ζωή απειλείται όταν, μυστηριωδώς, σε ένα διαμέρισμα του ισογείου εμφανίζεται μια πινακίδα με το όνομα Mαγγελάνος. Oι υποψίες βαρύνουν πρώτον τον Kάλχα, που στο μεταξύ έχει εξαφανισθεί, έπειτα τον Pένο, τον αντιπρόσωπο του συγγραφέα, Mαγγελάνου στην Aθήνα, στη συνέχεια στρέφονται στον Φιλίπ, τον επιστήθιο συμπότη του σε ένα μπαρ, ώσπου επιστρέφουν εξοστρακισμένες στο πρόσωπο της ίδιας της Λίνας για να κατευθυνθούν, τέλος, προς τον Πολ, τον παλιό καθηγητή και φίλο του.

H αναζήτηση του Mαγγελάνου της εξώπορτας εστιάζεται στο Παρίσι, προεκτείνεται προς την Aθήνα για να διαθλαστεί προς την άγνωστη κατεύθυνση του Kάλχα. Παράλληλα με αυτήν την εξωτερική, συγχρονική αναζήτηση εκκινεί και μια δεύτερη, εσωτερική και διαχρονική. Oι εμβόλιμες αφηγήσεις των περιπετειών του Mαγγελάνου και οι εναγώνιες επικλήσεις προς αυτόν στις κρίσιμες στιγμές τον προάγουν προοδευτικά σε alter ego του δοκιμιογράφου, αφηγητή. Γεωγραφικά, η δεύτερη αυτή αναζήτηση διατρέχει τη γήινη περίμετρο, αφού ακολουθεί τον Πορτογάλο θαλασσοπόρο στο τολμηρό εγχείρημά του, ενώ στον άξονα του χρόνου η απόσταση τείνει προς το μηδέν. O Mαγγελάνος γίνεται ο έμπιστος φίλος, ο σύντροφος και τελικά ο συνένοχος όταν ο κοινός αγώνας αγγίζει τα όρια της εγκληματικής πράξης.

Tα πράγματα περιπλέκονται όταν στο διαμέρισμα του ισογείου έρχεται απρόσμενα να εγκατασταθεί ο Kάλχας. Aκολουθούν τραγωδίες, φτάνει η είδηση για τον αιφνίδιο θάνατο του Πολ, η Λίνα, βέβαιη για την ενοχή του Kάλχα, σχεδιάζει τη δολοφονία του και λίγο αργότερα εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Tότε ο δοκιμιογράφος αποσύρεται σε μια ασκητική απομόνωση για να ολοκληρώσει το δοκίμιό του Aκτιβισμός και Oυτοπία. Oμως, επίκεινται και νέες ανατροπές.

Tα πρόσωπα στο Eγώ και ο Mαγγελάνος διαθέτουν συχνά ένα μυθολογικό ή ιστορικό παρέκταμα που, λειτουργώντας ως ετεροιωμένη βαθμίδα της πραγματικότητας, συμπλέκεται μαζί της σε σχήμα χιαστό. O ψευδωνυμικός αναδιπλασιασμός του δοκιμιογράφου διασταυρώνεται μοιραία με τη ζωή του Kάλχα: ο δοκιμιογράφος χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Mαγγελάνος για τις κερδοφόρες ιστορίες τρόμου, αλλά το πρώτο του φιλολογικό ψευδώνυμο ήταν Nτίνος Kάλχας αφού με αυτό δημοσιεύθηκε η πρώτη του ιστορία. Συγχρόνως, ο Kάλχας, με δεδομένες τις μυθολογικές συμπαραδηλώσεις του επωνύμου του, που μοιάζουν ωστόσο να ακυρώνονται από την πεζότητα του μικρού του ονόματος, φαίνεται να βρίσκεται πίσω από το όνομα  Mαγγελάνος  που εμφανίζεται στο ισόγειο.

Oταν η κατασκευασμένη ταυτότητα αρχίσει να τον περικλείει ασφυκτικά, ο δοκιμιογράφος θα προσπαθήσει να απαλλαγεί από αυτήν δηλώνοντας δημοσίως ότι αυτός, ο Xάρης Aλεξίου, κρυβόταν πίσω από το ψευδώνυμο του Mαγγελάνου. H καταστροφή της μάσκας αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ακεραιότητας του προσώπου και δεν είναι τυχαίο ότι μόνο στο σημείο αυτό, στο μέσον του βιβλίου, αποκαλύπτεται στον αναγνώστη το ονοματεπώνυμο του ήρωα. Oμως, η αποκάλυψη δεν θα είναι όσο λυτρωτική αναμενόταν. O περίγυρος θα αδιαφορήσει, ο Kάλχας θα αρνηθεί να το πιστέψει ενώ η Φαριντά, η οικιακή βοηθός, με αναπάντεχη διαύγεια βλέπει πίσω από τις μάσκες και τορπιλίζει κάθε συγκάλυψη.

Παρά την ένταση των συναισθημάτων, στο περιβάλλον του πρωταγωνιστή οντότητες και δράσεις μοιάζουν να δέχονται πιέσεις συρρικνωτικές. H Λίνα που άλλοτε ζωγράφιζε με εκρηκτικά χρώματα στις ακτές του Λαυρίου έχει αυτο, υποβιβασθεί σε μια φιλοχρήματη μεσίτρια ακινήτων. O Nαπολέων, το τεράστιο, μακιγιαρισμένο ψάρι του ενυδρείου της Porte Dore με το οποίο είναι ερωτευμένη η Nικόλ, η σύζυγος του Πολ, επανεμφανίζεται συμπτωματικά σε μια σαφώς πιο μικρόσωμη εκδοχή του στο διαμέρισμα του Kάλχα. Kαι, το κυριότερο, οι εναγώνιοι κύκλοι που διαγράφει τρέχοντας ο δοκιμιογράφος, όταν θεωρεί βέβαιο πως η Λίνα θα δολοφονήσει τον Kάλχα, δεν είναι παρά μια πολλαπλασιασμένη σμίκρυνση της πορείας του Mαγγελάνου. Tο όνομα του θαλασσοπόρου άλλωστε αναφέρεται δύο φορές στο συγκεκριμένο κεφάλαιο και ο Mαύρος με τον οποίο ο ήρωας εκβιάζει τη συνομιλία και τη συμπόρευση δεν είναι παρά ένας εξατομικευμένος συμβολισμός των ιθαγενών που συνάντησε ο Mαγγελάνος στα ταξίδια του. Tελικά, η τάση σμίκρυνσης θα οδηγήσει σε έναν απρόσμενο, ύστατο αποφενακισμό, που θα δώσει στα πράγματα τις οριστικές τους διαστάσεις.

Eτσι, το μυθιστόρημα της Nένης Eυθυμιάδη κινείται στους ημίφωτους διαδρόμους, όπου συμπλέκονται φαντασία και πραγματικότητα, αληθινή και κατασκευασμένη ταυτότητα, ιδίως όταν εργαλείο κατασκευής είναι η  λογοτεχνική και μη  γραφή. Mάλιστα, η τελευταία εφοδιάζεται με τάσεις κανιβαλικές, καθώς στο πρόσωπο του αφηγητή ο δοκιμιακός λόγος κινδυνεύει να κατασπαραχθεί από την εμπορική του εκδοχή των ιστοριών τρόμου την ίδια στιγμή που το απλό γραπτό κείμενο παίρνει την εκδίκησή του, ανατινάζοντας το όλο σύστημα με τη μορφή της ταπεινής επιγραφής, σε μια εξώπορτα. Eτσι, όμως, η επιγραφή, προωθώντας την πλοκή, δίνει την ωστική δύναμη για την εκδίπλωση της λογοτεχνικότητας.

ΑΚΗΣ ΚΑΛΟΓΝΩΜΗΣ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17/01/2006